![]() |
| του Δημήτρη Λιάκου, μέλους του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, τε ΧΑΪΔΑΡΙΟΥ |
Το δημοσιονομικό κενό για τα έτη 2015-2016 ανέρχεται περίπου σε 4 δισ.ευρω, ενώ η διαφαινόμενη αποτυχία και αυτού του προγράμματος θα προκαλέσει πιέσεις από την πλευρά της τρόικα για νέα μέτρα ή/και επέκταση των υφιστάμενων.
Μελετώντας το νέο ΜΠΔΣ γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η περιβόητη φορολογική μεταρρύθμιση δεν αποτελεί σημαντική προτεραιότητα για την τρικομματική κυβέρνηση.
Απόδειξη αποτελεί το γεγονός της μείωσης των προβλεπόμενων εσόδων λόγω της φορολογικής μεταρρύθμισης στα 851 εκατ.ευρω από 1,23 δισ.ευρω του αρχικού, προ τριμήνου, ΜΠΔΣ.
Η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων, των οικονομικών αναλυτών, των επαγγελματικών φορέων αναγνωρίζουν ότι η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών – λόγω της ανεργίας και της ύφεσης – έχει πλέον εξαντληθεί.
Την ίδια στιγμή όλοι συμφωνούν στην ανάγκη εξορθολογισμού των κρατικών δαπανών και αύξησης της άμεσης φορολογίας που διαχρονικά υπολείπεται από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, με την ουσιαστική διαφορά ότι οι κυβερνήσεις των ετών του μνημονίου ακολουθούν την πεπατημένη οδό, της μείωσης του κράτους πρόνοιας και της αφαίμαξης των εισοδημάτων μισθωτών και συνταξιούχων.
Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η φτωχοποίηση και περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας και η επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα την τελευταία τριετία.
Η κυβέρνηση, πέραν των λεκτικών προθέσεων, δεν δείχνει διατεθειμένη να προχωρήσει στις πραγματικές διοικητικές μεταρρυθμίσεις που θα συμβάλλουν στην ανάταξη της οικονομίας, στην αναπλήρωση των αναπτυξιακών ρυθμών, στη μείωση της ανεργίας και την αποκατάσταση του κοινωνικού κράτους.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και άνθρωποι που κινούνται στον νεοφιλελεύθερο χώρο θεωρούν ως ιδιαίτερα ανεπαρκείς τις προσπάθειες της κυβέρνησης (τους) προς την κατεύθυνση περιορισμού της φοροδιαφυγής και της συνεπακόλουθης αύξησης των φορολογικών εσόδων.
Προς επικύρωση των ανωτέρω, εκτός της μειωμένης πρόβλεψης που γίνεται στο αναθεωρημένο ΜΠΔΣ, υπενθυμίζεται ότι σε έκθεση της η τρόικα είχε καταγράψει τη διάλυση της φορολογικής διοίκησης, την ατολμία και την έλλειψη πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης να συγκρουστεί με τα συμφέροντα και να περιορίσει το φαινόμενο της φοροδιαφυγής.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο χειρισμός της περιβόητης λίστας Λαγκάρντ, η οποία φυλασσόταν στα συρτάρια των προηγούμενων Υπουργών Οικονομικών, χωρίς να παραδοθεί στα αρμόδια όργανα για έλεγχο, που ενδεχομένως να είχε ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη φορολογικών παραβάσεων και συνεπακόλουθα έσοδα για το κράτος.
Ένας από τους στόχους κριτικής αποτελούν οι πολυεθνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, οι οποίες απολαμβάνουν την διαχρονική ανοχή και έλλειψη βούλησης των κυβερνώντων στην ουσιαστική φορολόγηση των δραστηριοτήτων τους.
Οι πολυεθνικές εταιρείες αποτέλεσαν έναν από τους μεγάλους κερδισμένους κλάδους την τελευταία δεκαετία από την κατάργηση των δασμών ενδοκοινοτικά λόγω της ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς, ενώ αντίστοιχη ζημιά σε έσοδα υπέστησαν τα κράτη από αυτήν την εξέλιξη.
Σε θεωρητικό επίπεδο, οι απώλειες θα περιορίζονταν από την φορολόγηση των κερδών των εξαγωγικών εταιρειών. Ωστόσο οι εταιρείες κατόρθωσαν να περιορίσουν τις εκροές τους λόγω φορολόγησης, μέσω της πρακτικής των ενδοομιλικών συναλλαγών, το λεγόμενο στην διεθνή ορολογία transfer pricing, που στην ουσία πρόκειται για παράνομη εξαγωγή αφορολόγητων κερδών
Transfer Pricing
Η φορολογική διάσταση του θέματος
Ας ξεκινήσουμε την ανάλυση για το σημαντικό θέμα του transfer pricing δίνοντας με ένα απλό παράδειγμα.
Μια πολυεθνική κατασκευάζει ένα προϊόν πχ. στην Κίνα, εκμεταλλευόμενη το χαμηλό εργατικό μισθολόγιο, έχοντας συνολικό κόστος παραγωγής 2 ευρώ ανά μονάδα. Προσθέτουμε και διάφορα άλλα κόστη (έξοδα διοικητικής λειτουργίας, αποθήκευση, marketing κ.α.), υποθετικά άλλα 2 ευρώ ανά μονάδα προϊόντος. Με συνολικό κόστος 4 €/μονάδα η πολυεθνική εταιρεία προμηθεύει την ελληνική θυγατρική, η οποία προωθεί και πουλάει το προϊόν προς 10 €/ μονάδα. Στην τελική τιμή η ελληνική εταιρεία προσθέτει τα δικά της διοικητικά και λειτουργικά έξοδα, η οποία υπολογίζεται σε περίπου 20%, δηλαδή 2€/μονάδα, η οποία δεν μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή.
Επομένως το συνολικό κόστος προσεγγίζει τα 6€/μονάδα, ενώ η πραγματική κερδοφορία ανέρχεται στα 4€/μονάδα, το 40% επί της τελικής τιμής.
Ο συνολικός φόρος επί των εταιρικών κερδών, με βάση τη σημερινή κλίμακα θα ήταν 4€ * 26% (συντελεστής φόρου) 1,04€/μονάδα.
Αν η εταιρεία αποφάσιζε να προχωρήσει και σε διανομή μερίσματος τότε θα είχαμε επιπρόσθετα δημοσιονομικά έσοδα της τάξης του 10% (στα διανεμηθέντα κέρδη), αλλά πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι μνημονιακές κυβερνήσεις έσπευσαν να διαφοροποιήσουν το φορολογικό καθεστώτος για τις ελληνικές θυγατρικές ξένων πολυεθνικών εταιρειών, που τους δίνει τη δυνατότητα αφορολόγητης εξαγωγής των μερισμάτων.
Στην υπόθεση εργασίας που η πολυεθνική δεν έχει διάθεση να φορολογηθεί στην Ελλάδα προμηθεύει την θυγατρική της το κάθε προϊόν με 8€, έτσι ώστε αν προσθέσουμε τα 2€/μονάδα έξοδα της, η τελική κερδοφορία είναι μηδενική.
Με αυτόν τον τρόπο εξάγει το σύνολο των κερδών της και για την δραστηριότητα της στην εσωτερική αγορά, απλούστατα δεν πληρώνει φόρο.
Η τιμή μετάβασης των 8€/μονάδα λέγεται transfer price.
Συνήθως οι πολυεθνικές «επιτρέπουν» στις ελληνικές θυγατρικές τους μια μικρή κερδοφορία, προκειμένου να μην χρειάζεται να προβαίνουν σε αυξήσεις κεφαλαίου, στην περίπτωση καταγραφής συσσωρευμένων ζημιών.

ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ
Τ.Ε. Χαϊδαριου
Δράσεις
Θέματα
Υλικό
Επικοινωνία


0 σχόλια:
Ενημέρωση για τα Σχόλια/Απόψεις
Τα σχόλια δημοσιεύονται αφού τα δει κάποιος από τη διαχείριση και όχι για λογοκρισία αλλά έλεγχο για, μη αναφορά σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις, υβριστικά μηνύματα ή δεσμούς (Link) με σεξουαλικό περιεχόμενο. Τα σχόλια και οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν τις απόψεις μας και δεν φέρουμε ευθύνη γι’ αυτά.!